δανεικός

(προωθήθηκε από δανεική)
Μεταφράσεις

δανεικός

(ðani'kos) αρσενικό

δανεική

(ðani'ci) θηλυκό

δανεικό

(ðani'ko) ουδέτερο
επίθετο
για κτ που έχω πάρει με τη δέσμευση να επιστραφεί δανεικά ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close