δανειστικός

Μεταφράσεις

δανειστικός

(ðanisti'kos) αρσενικό

δανειστική

(ðanisti'ci) θηλυκό

δανειστικό

(ðanisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
χώρος μελέτης και δανεισμού βιβλίων
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close