δεδομένος

(προωθήθηκε από δεδομένη)
Μεταφράσεις

δεδομένος

(ðeðo'menos)

δεδομένη

(ðeðo'meni)

δεδομένο

(ðeðo'meno)
1. αυτός που ισχύει σύμφωνα με τις δεδομένες συνθήκες
2. συγκεκριμένος σε κάποια δεδομένη στιγμή
3. που είναι σίγουρος Η επιτυχία του είναι δεδομένη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close