δεδομένο

Μεταφράσεις

δεδομένο

Gegebenheit, Tatsachedatumdatumo, donitaĵodonnéedato
ουσιαστικό ουδέτερο
1. γνωστό στοιχείο Λείπουν κάποια δεδομένα.
2. πληροφορική τα στοιχεία που εισάγουμε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή Έχασα πολλά δεδομένα. βάση δεδομένων
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close