δειλός

(προωθήθηκε από δειλή)
Μεταφράσεις

δειλός

(ði'los) αρσενικό

δειλή

(ði'li) θηλυκό

δειλό

coward, bashful, funk, shy, tentative, timid, yellow, cowardlyجَبَانzbabělec, zbabělýkujon, kujonagtigfeige, Feiglingcobardepelkuri, pelkurimainenlâchekukavica, kukavičkicodardo, vigliacco臆病な, 臆病者겁 많은, 겁쟁이lafaard, lafhartigfeig, feigingtchórz, tchórzliwycovarde, covardementeтрус, трусливыйfeg, fegisคนขี้ขลาด, อย่างขี้ขลาดkorkak, korkakçahèn nhát, người nhút nhát胆小鬼, 胆怯的 (ði'lο) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν έχει θάρρος δειλή συμπεριφορά
2. που γίνεται χωρίς αποφασιστικότητα με δειλές κινήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close