δεινοπαθώ

Μεταφράσεις

δεινοπαθώ

(ðinopa'θo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
υποφέρω Δεινοπάθησε στον πόλεμο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close