δεκαπενθήμερo

Μεταφράσεις

δεκαπενθήμερo

(ðekapen'θimero)
ουσιαστικό ουδέτερο
διάστημα δεκαπέντε ημερών Θα τα έχεις μέσα στο δεκαπενθήμερο του Πάσχα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close