δεκτός

Μεταφράσεις

δεκτός

(ðek'tos) αρσενικό

δεκτή

(ðek'ti) θηλυκό

δεκτό

acceptableקיבלقبلةpřijato接受接受accepteretaanvaardhyväksytty허용 (ðek'to) ουδέτερο
επίθετο
για το οποίο δεν προβάλλεται αντίρρηση γίνομαι δεκτός σε H πρόταση έγινε δεκτή.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close