δελεάζω

Μεταφράσεις

δελεάζω

entice, lure, tempt, allureيُغْرِيlákatfristeverleitententarhoukutellatenternamamititentare誘惑する유혹하다verleidenfristeskusićtentarискушатьfrestaทำให้อยากkışkırtmakcám dỗ诱使 (ðele'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προσπαθώ να προσελκύσω Με δελέασε η πρότασή του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close