δελεαστικός

Μεταφράσεις

δελεαστικός

(ðeleasti'kos) αρσενικό

δελεαστική

(ðeleasti'ci) θηλυκό

δελεαστικό

tempting, seductiveمُغْرٍlákavýfristendeverführerischtentadorhoukuttelevatentantprimamljivinvitante誘惑する유혹하는verleidelijkfristendekuszącytentadorзаманчивыйfrestandeล่อใจbaştan çıkarıcımang tính cám dỗ诱惑人的 (ðeleasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προσελκύει δελεαστική τιμή
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close