δερμάτινος

(προωθήθηκε από δερμάτινη)
Μεταφράσεις

δερμάτινος

(ðer'matinos) αρσενικό

δερμάτινη

(ðer'matini) θηλυκό

δερμάτινο

leather (ðer'matinο) ουδέτερο
επίθετο
που είναι από δέρμα δερμάτινος καναπές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close