δεσμεύω

Μεταφράσεις

δεσμεύω

bindenbind, commit (ðe'zmevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω όρους Ο νόμος μάς δεσμεύει.
2. εμποδίζω τη χρήση δεσμεύω χρήματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close