δεσπόζω

Μεταφράσεις

δεσπόζω

beherrschen, herrschendominate, tower, domineerdominer (ðe'spozo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κυριαρχώ Αυτό το έπιπλο δεσπόζει στο χώρο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close