δηλητηρίαση

Μεταφράσεις

δηλητηρίαση

empoisonnement, intoxicationотравянеالتسمم中毒הרעלת중독中毒中毒Vergiftungotravaförgiftningvergiftigingpoisoningenvenenamentoavvelenamentoforgiftning (ðiliti'riasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η απορρόφηση δηλητήριου δηλητηρίαση από φίδι
2. η κατανάλωση χαλασμένης τροφής τροφική δηλητηρίαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close