δηλητηριάζω

Μεταφράσεις

δηλητηριάζω

poisonيُسَمِّمُotrávitforgiftevergiftenenvenenarmyrkyttääempoisonnerotrovatiavvelenare毒を盛る독을 넣다vergiftigenforgifteotrućenvenenarотравлятьförgiftaวางยาพิษzehirlemekđầu độc放毒 (ðilitiri'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κπ να πάρει δηλητήριο δηλητηριάζω κπ
2. προσθέτω βλαβερές ουσίες σε κτ δηλητηριάζω τον οργανισμό δηλητηριάζω το νερό
3. μεταφορικά καταστρέφω κτ όμορφο δηλητηριάζω μια σχέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close