δηλητηριώδης

(προωθήθηκε από δηλητηριώδες)
Μεταφράσεις

δηλητηριώδης

(ðilitiri'oðis) αρσενικό-θηλυκό

δηλητηριώδες

giftigpoisonous, deleterious, venomousvenenosovenimeux, vénéneuxvelenosoядовитыйzehirliسامّjedovatýgiftigmyrkyllinenotrovan有毒な유해한giftiggiftigtoksycznyvenenosogiftigซึ่งเป็นพิษđộc有毒的 (ðilitiri'oðes)
επίθετο
που μπορεί να δηλητηριάσει κπ δηλητηριώδες φίδι δηλητηριώδης ουσία
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close