δημοσίευση

Μεταφράσεις

δημοσίευση

publicationمَنْشُورpublikaceudgivelseVeröffentlichungpublicaciónjulkaisupublicationizdavanjepubblicazione出版출판publicatieutgivelsepublikacjapublicaçãoпубликацияpublikationสิ่งตีพิมพ์yayımlamaxuất bản出版物публикуванеפרסום (ðimo'siefsi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εμφάνιση υλικού στον τύπο η δημοσίευση αγγελίας η δημοσίευση μυθιστορήματος
2. επιστημονική μελέτη σε περιοδικό δημοσίευση σε επιστημονικό περιοδικό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close