δημόσιος

Μεταφράσεις

δημόσιος

(ði'mosios) αρσενικό

δημόσια

(ði'mosia) θηλυκό

δημόσιο

publicpublicpubliek, openbaarعَامّveřejnýoffentligöffentlichpúblicojulkinenjavnipubblico公衆の공공의offentligpublicznypúblicoобщественныйallmänเกี่ยวข้องกับสาธารณชนkamucông cộng公众的, 公众公眾 (ði'mosio) ουδέτερο
επίθετο
1. που είναι για όλους δημόσιος χώρος
οι επαγγελματικές επαφές
2. σχετικός με το κράτος δημόσια υπηρεσία δημόσιο έγγραφο
3. σχετικός με το δημόσιο Είναι δημόσιος υπάλληλος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close