δημόσιος υπάλληλος

Μεταφράσεις

δημόσιος υπάλληλος

مُوَظَّف حُكُوميّ

δημόσιος υπάλληλος

státní zaměstnanec

δημόσιος υπάλληλος

tjenestemand

δημόσιος υπάλληλος

Beamter

δημόσιος υπάλληλος

civil servant

δημόσιος υπάλληλος

funcionario

δημόσιος υπάλληλος

virkamies

δημόσιος υπάλληλος

fonctionnaire

δημόσιος υπάλληλος

državni službenik

δημόσιος υπάλληλος

funzionario pubblico

δημόσιος υπάλληλος

公務員

δημόσιος υπάλληλος

공무원

δημόσιος υπάλληλος

rijksambtenaar

δημόσιος υπάλληλος

embetsmann

δημόσιος υπάλληλος

urzędnik państwowy

δημόσιος υπάλληλος

funcionário público

δημόσιος υπάλληλος

государственный служащий

δημόσιος υπάλληλος

myndighetshandläggare

δημόσιος υπάλληλος

ข้าราชการพลเรือน

δημόσιος υπάλληλος

hükümet görevlisi

δημόσιος υπάλληλος

công chức

δημόσιος υπάλληλος

公务员
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close