διάβασμα

Μεταφράσεις

διάβασμα

readinglectureleituračtenílecturaczytanie ('ðjavazma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η ανάγνωση κειμένου το καθημερινό διάβασμα του τύπου
2. μελέτη Έχω διάβασμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close