διάβρωση

Μεταφράσεις

διάβρωση

corrosion, erosionерозияerosionerosie침식эрозияتآكلerozjaErosionerosãoerosion侵蚀侵蝕eroze ('ðjavrosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. φθορά στην επιφάνεια της γης η διάβρωση του εδάφους
2. μεταφορικά φθορά, κατάπτωση η διάβρωση των ηθών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close