διάδοση

Μεταφράσεις

διάδοση

dissemination, propagation, convection, hearsay ('ðjaðosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εξάπλωση διάδοση πληροφορίας
2. μετάδοση διάδοση ιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close