διάθεση

Μεταφράσεις

διάθεση

Lust, Verfügung, Stimmungmood, disposition, disposal, temperhumeur, disposition, modeمِزَاجٌnáladahumørhumormielialaraspoloženjeumore気分기분stemmingsinnsstemningnastrójhumorнастроениеhumörอารมณ์ruh durumutâm trạng心情 ('ðjaθesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ψυχολογική κατάσταση καλή κακή διάθεση
2. όρεξη δεν έχω διάθεση ναγια
3. έχω τη δυνατότητα να τον εξυπηρετήσω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close