διάλειμμα

Μεταφράσεις

διάλειμμα

Pause, Unterbrechung, Intervallbreak, interval, interlude, intermissionentracte, récréationفَاصِلٌintervalintervalintervaloaikaväliintervalintervallo間隔간격intervalintervallodstępintervaloинтервалintervallช่วงเวลาarakhoảng thời gian giữa hai sự kiện幕间休息 ('ðjalima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. παύση για ξεκούραση διάλειμμα λίγων λεπτών
2. διακοπή μαθήματος στο σχολείο για ξεκούραση Στο διάλειμμα παίξαμε ποδόσφαιρο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close