διάσπαση

Μεταφράσεις

διάσπαση

('ðjaspasi)
ουσιαστικό θηλυκό
o βίαιος χωρισμός σε μέρη η διάσπαση μιας ομάδας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close