διάταγμα

Μεταφράσεις

διάταγμα

decree, orderdécretdekretdecretodecreetДекрет법령decretoצוDekretDekretDekretdecretoуказ, декрет ('ðjataɣma)
ουσιαστικό αρσενικό
επίσημη απόφαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close