διάφραγμα

Μεταφράσεις

διάφραγμα

diaphragmebulkhead, diaphragm ('ðjafraɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
μυς ανάμεσα στην κοιλιά και το θώρακα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close