διέγερση

Μεταφράσεις

διέγερση

excitement, excitation ('ðieʝersi)
ουσιαστικό θηλυκό
ερεθισμός, ξεσήκωμα η ερωτική διέγερση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close