διαβάζω

Μεταφράσεις

διαβάζω

læselesen, lernenreadlegileerlugemalukealirečitatiolvasleggere読む, よむ읽다lasīt, skaitýtilezenprzeczytać, czytać, odczytaćlercitiчитать, прочитатьläsaokumakيَقْرَأُčístleseอ่านđọc阅读 (ðja'vazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω ανάγνωση ενός κειμένου διαβάζω ένα βιβλίο διαβάζω δυνατά
2. μελετάω διαβάζω τα μαθήματά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close