διαβεβαιώνω

Μεταφράσεις

διαβεβαιώνω

assure, affirm, avow, confirmيَطْمَئِنُujistitforsikreversichernasegurarvakuuttaaassureruvjeravatiassicurare確約する보증하다verzekerenforsikrezapewnićassegurarуспокаиватьförsäkraให้ความมั่นใจgüvence vermekđảm bảo确告 (ðjaveve'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
καθησυχάζω επιβεβαιώνοντας κτ Θα γίνει, σε διαβεβαιώνω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close