διαβητικός

(προωθήθηκε από διαβητική)
Μεταφράσεις

διαβητικός

(ðjaviti'kos) αρσενικό

διαβητική

(ðjaviti'ci) θηλυκό

διαβητικό

diabeticشَخْصٌ مُصَابٌ بِالـمَرْضِ السُّكَّر, مُصَابٌ بِالسُّكَّرdiabetický, diabetikdiabetiker, diabetiskDiabetiker, zuckerkrankdiabéticodiabeetikko, diabeettinendiabétiquedijabetičar, dijabetskidiabetico糖尿病の, 糖尿病患者당뇨병 환자, 당뇨병의diabeticus, diabetischdiabetiker, diabetiskcukrzycowy, diabetykdiabéticoдиабетик, диабетическийdiabetiker, diabetiskคนเป็นเบาหวาน, ซี่งเป็นเบาหวานdiyabetik, şeker hastasımắc bệnh tiểu đường, người mắc bệnh tiểu đường糖尿病患者, 糖尿病的, 糖尿病糖尿病 (ðjaviti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που πάσχει από ζάχαρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close