διαγωνιζόμενος

Μεταφράσεις

διαγωνιζόμενος

contestant, competitor

διαγωνιζόμενος

مُتَسَابِق

διαγωνιζόμενος

soutěžící

διαγωνιζόμενος

konkurrencedeltager

διαγωνιζόμενος

Teilnehmer

διαγωνιζόμενος

concursante, contendiente

διαγωνιζόμενος

kilpailija

διαγωνιζόμενος

participant

διαγωνιζόμενος

natjecatelj

διαγωνιζόμενος

concorrente

διαγωνιζόμενος

競争者

διαγωνιζόμενος

경기 참가자

διαγωνιζόμενος

deelnemer

διαγωνιζόμενος

konkurrent

διαγωνιζόμενος

współzawodnik

διαγωνιζόμενος

competidor, concorrente

διαγωνιζόμενος

соперник

διαγωνιζόμενος

tävlingsdeltagare

διαγωνιζόμενος

ผู้แข่งขัน

διαγωνιζόμενος

yarışmacı

διαγωνιζόμενος

người dự thi

διαγωνιζόμενος

竞争者
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close