διαδέχομαι

Μεταφράσεις

διαδέχομαι

succeedsuccéder (ðja'ðexome)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παίρνω τη θέση άλλου διαδέχομαι τον πρόεδρο
2. ακολουθώ Οι καταστροφές διαδέχτηκαν η μία την άλλη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close