διαδοχή

Μεταφράσεις

διαδοχή

succession, sequencesuccessionالخلافةsucessãosuccessionesucesiónsuccession (ðjaðo'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. απόκτηση αξιώματος κάποιου άλλου η διαδοχή του προέδρου
2. ακολουθία η διαδοχή των εποχών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close