διαιρώ

Μεταφράσεις

διαιρώ

dividieren, spalten, teilen, trennendivide, splitdividirdiviser, fendredividere, spaccareيُقَسِّمُ, يَقْسِمُdělit, rozdělit, rozštípnout (se)dele, splittejakaa, pilkkoadijeliti, podijeliti, raskoliti・・・を割る, 分ける, 割る...을 나누다, 나누다, (...으로) 쪼개다delen door, splitsen, verdelendele, splittedzielić, podzielić, rozłupaćdividirделить, разделять, раскалыватьdela upp, divideraแบ่ง, แยก, หารayırmak, bölmekchia, chia tách, vỡ分岔, 分开, (ðie'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χωρίζω αριθμό σε μέρη διαιρώ δια του δύο
2. κάνω να χωρίσουν διαιρώ ένα χώρο σε δύο ίσα μέρη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close