διακεκριμένος

(προωθήθηκε από διακεκριμένο)
Μεταφράσεις

διακεκριμένος

(ðjacekri'menos) αρσενικό

διακεκριμένη

(ðjacekri'meni) θηλυκό

διακεκριμένο

distinguished, preeminent, prominent, outstandingdistingué, exceptionnelבולטبَارِزٌpozoruhodnýfremragendehervorragendextraordinarioerinomainenizvrstaneccezionale傑出した현저한uitstekendframragendewyróżniający sięexcecional, excepcionalвыдающийсяutomordentligที่ดีเยี่ยมmükemmelnổi bật突出的 (ðjacekri'meno)
επίθετο
διάσημος διακεκριμένος καλλιτέχνης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close