διακοπή

Μεταφράσεις

διακοπή

interruptioninterrupt, pause, severance, interruptionمُقَاطَعَةٌpřerušeníafbrydelseUnterbrechunginterrupciónkeskeytysprekidinterruzione中断방해onderbrekingavbrytelseprzerwanieinterrupçãoпрерываниеavbrottการหยุดชะงักmüdahalesự chen ngang打断 (ðjako'pi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. διάλειμμα, παύση διακοπή δέκα λεπτών χωρίς διακοπή
2. απρόβλεπτη παύση διακοπή ρεύματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close