διακοσμητικός

Μεταφράσεις

διακοσμητικός

(ðjakozmiti'kos) αρσενικό

διακοσμητική

(ðjakozmiti'ci) θηλυκό

διακοσμητικό

decorative, ornamental (ðjakozmiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με τη διακόσμηση διακοσμητικά αντικείμενα
2. μεταφορικά που δεν είναι απαραίτητος παίζω διακοσμητικό ρόλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close