διακοσμώ

Μεταφράσεις

διακοσμώ

decorate, ornamentdécorerيُزَيِّنُzdobitdekoreredekorierendecorarkoristellaureditidecorare装飾する장식하다versierendekorereozdobićdecorarукрашатьmåla och tapetseraประดับdekore etmektrang trí装饰 (ðjako'zmo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
στολίζω αντικείμενο ή χώρο διακοσμώ ένα σπίτι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close