διακρίνομαι

Μεταφράσεις

διακρίνομαι

distinguished (ðja'krinome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
ξεχωρίζω Διακρίνεται για την τιμιότητά της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close