διακρίνω

Μεταφράσεις

διακρίνω

discern, distinguishdistinguer (ðja'krino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καταφέρνω να δω διακρίνω κτ στο σκοτάδι
2. ξεχωρίζω διακρίνω το αληθινό από το ψεύτικο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close