διακόπτης

Μεταφράσεις

διακόπτης

switch, ignitioninterrupteur, boutonمِفْتَاحٌ كَهْرَبائِيّvypínačkontaktSchalterinterruptorkatkaisijaprekidačinterruttoreスイッチ스위치schakelaarbryterprzełącznikinterruptorвыключательströmbrytareสวิตช์ปิด/เปิดไฟelektrik düğmesicông tắc开关開關 (ðja'koptis)
ουσιαστικό αρσενικό
κουμπί που πιέζουμε για να θέσουμε κτ σε λειτουργία ηλεκτρικός διακόπτης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close