διακόπτω

Μεταφράσεις

διακόπτω

unterbrechen, störeninterrupt, pause, disruptinterrompiinterrompre, dérangerîntrerupeيُعَطِّلُ, يُقاطِعُnarušit, přerušitafbrydeinterrumpir, perturbar, interrupciónkeskeyttääomesti, prekinutiinterrompere中断する, 混乱させる방해하다, 중단시키다onderbreken, verstorenavbryteprzerwać, rozerwaćinterromperпрерывать, сорватьavbrytaทำให้ยุ่งเหยิง, ทำให้หยุดชะงักbölmek, sözünü kesmekchen ngang, làm gián đoạn打断, 扰乱, 中断中斷 (ðja'kopto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ ή κπ να σταματήσει Μη με διακόπτεις όταν μιλάω! διακόπτω ένα πρόγραμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close