διαλλακτικός

(προωθήθηκε από διαλλακτικό)
Μεταφράσεις

διαλλακτικός

(ðjalakti'kos) αρσενικό

διαλλακτική

(ðjalakti'ci) θηλυκό

διαλλακτικό

conciliatoryconciliant (ðjalakti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που αναζητάει τη συμφιλίωση ένας διαλλακτικός τρόπος για τη λύση προβλήματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close