διαλύω

Μεταφράσεις

διαλύω

dissolve, break up, disassemble, take apartdissoudre, démonterيُذيبُ, يَفْصِلُrozebrat, rozpustit (se)opløse, skille adauflösen, auseinandernehmendesmontar, disolverliuottaa, purkaa osiinrastaviti, rastopitisciogliere, smontare分解する, 溶かす(...을) 녹이다, 분해하다oplossen, uit elkaar halenoppløse, ta fra hverandrerozłożyćdesmontar, dissolverразбирать, растворятьta isär, upplösaทำให้แยกเป็นส่วน, ละลายerimek, sökmekhòa tan, tháo ra拆开, 溶解 (ðja'lio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω να λιώσει σε υγρό διαλύω ζάχαρη στον καφέ
2. ξεχωρίζω σε κομμάτια διαλύω ένα παζλ διαλύω ένα παιχνίδι
3. χαλάω Έχει διαλύσει όλα του τα παιχνίδια.
4. διακόπτω σχέση διαλύω ένα δεσμό
5. νικάω ολοκληρωτικά διαλύω τον αντίπαλό μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close