διαμαρτυρόμενος

Μεταφράσεις

διαμαρτυρόμενος

(ðjamarti'romenos) αρσενικό

διαμαρτυρόμενη

(ðjamarti'romeni) θηλυκό
ουσιαστικό
που ανήκει σε ένα από τα τρία επίσημα χριστιανικά δόγματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close