διαμορφώνω

Μεταφράσεις

διαμορφώνω

shape, mold, fashionfaçonner (ðjamor'fono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω μορφή σε κτ διαμορφώνω ένα χώρο
2. σχηματίζω διαμορφώνω άποψη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close