διανύω

Μεταφράσεις

διανύω

travel, traverse, be (ðja'nio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κάποια απόσταση Διένυσα πολλά χιλιόμετρα.
2. περνάω συγκεκριμένο χρονικό διάστημα διανύω καλή περίοδο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close