διαπεραστικός

Μεταφράσεις

διαπεραστικός

(ðjaperasti'kos) αρσενικό

διαπεραστική

(ðjaperasti'ci) θηλυκό

διαπεραστικό

penetrating, piercing, raspy, shrillaigupenetrante (ðjaperasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που είναι πολύ έντονος και οξύς διαπεραστικός θόρυβος διαπεραστικό κρύο διαπεραστική ματιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close