διαπερνώ

(προωθήθηκε από διαπερνάω)
Μεταφράσεις

διαπερνώ

(ðjaper'no)

διαπερνάω

penetrate (ðjaper'nao)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τρυπάω από τη μια έως την άλλη μεριά Η βελόνα διαπερνά το ύφασμα.
2. μεταφορικά περνάω μέσα από Το κρύο με διαπερνά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close